Ο τρόπος που μετράμε θερμίδες βασίστηκε για δεκαετίες σε μια απλή εξίσωση: θερμίδες εισόδου μείον έξοδο ίσον βάρος σώματος. Αυτή η προσέγγιση, όμως, παραλείπει έναν κρίσιμο παίκτη στο παιχνίδι της πέψης — το μικροβίωμα του εντέρου.
Σύμφωνα με νέα έρευνα, ο υπολογισμός των θερμίδων που αναλαμβάνει το σώμα επηρεάζεται άμεσα από το εντερικό μικροβίωμα — τα τρισεκατομμύρια βακτήρια που κατοικούν στο γαστρεντερικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι δύο άτομα που καταναλώνουν την ίδια ποσότητα και είδος τροφής μπορεί να απορροφήσουν διαφορετικό ποσό ενέργειας.
Πώς το μικροβίωμα αλλάζει την ενεργειακή ανάλυση
Το μικροβίωμα του εντέρου ανταγωνίζεται ενέργεια από τα τρόφιμα πριν καν το σώμα να έχει πρόσβαση σε αυτή. Τα βακτήρια χρησιμοποιούν μέρος των θερμίδων για τον εαυτό τους, μειώνοντας έτσι το καθαρό ενεργειακό κέρδος για τον ανθρώπινο οργανισμό. Ωστόσο, αυτό δεν είναι το μόνο φαινόμενο που λαμβάνει χώρα.
Η σύνθεση του μικροβιώματος κάθε ατόμου είναι μοναδική. Διαφορετικές ομάδες βακτηρίων έχουν διαφορετικές ικανότητες στη διάσπαση διαφόρων ουσιών. Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο με ένα ορισμένο μικροβιακό προφίλ μπορεί να εξάγει περισσότερη ενέργεια από τροφές που ένα άλλο άτομο δεν θα μπορούσε να πέψει εξίσου αποτελεσματικά.
Τι αλλάζει στην πρακτική διατροφής
Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι τα γενικά μοντέλα θερμίδων — όπως οι προσεγγίσεις που χρησιμοποιούν εφαρμογές και τραπέζια θερμίδων — είναι λιγότερο ακριβή από ό,τι υποθέταμε. Δύο άνθρωποι με την ίδια ηλικία, ύψος και βάρος μπορεί να χρειάζονται διαφορετικά επίπεδα κατανάλωσης για να φτάσουν τον ίδιο στόχο βάρους, ανάλογα με το μικροβίωμά τους.
Αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις για τη διατροφική συμβουλή και τη διαχείριση του βάρους. Αντί να στηρίζονται οι δίαιτες αποκλειστικά στη μέτρηση θερμίδων, μπορεί να χρειάζεται να λάβουν υπόψη το ατομικό μικροβιακό προφίλ και την ικανότητα πέψης κάθε προσώπου. Η νέα μελέτη ανοίγει την πόρτα για πιο εξατομικευμένες προσεγγίσεις στη διατροφή, όπου ο ρόλος του εντερικού μικροβιώματος γίνεται κεντρικής σημασίας.
